Η ιστορία του Μπαρουτάδικου

Η ιστορία του Μπαρουτάδικου

Το Μπαρουτάδικο ή άλσος του δήμου Αιγάλεω είναι ένας χώρος περίπου 135 στρεμμάτων. Ξεκινά από την Ιερά οδό και φτάνει μέχρι τη Λεωφόρο Αθηνών (παρά ένα τετράγωνο). Αν ρωτήσεις πολλούς νεαρούς κατοίκους της περιοχής, θα σε κοιτάξουν με απορία και δεν θα ξέρουν από πού προέρχεται το όνομά του.

 

Τα πρώτα βήματα λειτουργίας του Πυριτιδοποιείου
Το Μπαρουτάδικο με την τότε επίσημη ονομασία «Ελληνικό πυριτιδοποιείον» ξεκίνησε να λειτουργεί τον προπερασμένο αιώνα. Η άδεια λειτουργίας του υπογράφτηκε από τον τότε βασιλιά Γεώργιο τον Α’ στις 6 Μαΐου του 1874. Ο λόγος που εγκαταστάθηκε στο συγκεκριμένο σημείο ήταν ότι βρισκόταν μακριά, 6 χιλιόμετρα από την Αθήνα και κανείς τότε δεν υποψιαζόταν ότι η Αθήνα θα επεκταθεί τόσο πολύ. Άλλωστε ένα τέτοιο εργοστάσιο λόγω επικινδυνότητας, καθώς και λόγω της μεγάλης επιβάρυνσης της ατμόσφαιρας έπρεπε να είναι σε μη κατοικημένη περιοχή.
Ένας άλλος λόγος που βρίσκεται στο συγκεκριμένο σημείο είναι ότι από την είσοδό του περνά η Ιερά οδός, βασικός οδικός άξονας και ιδιαίτερα εκείνη την εποχή, που δεν υπήρχαν άλλες μεγάλες οδικές αρτηρίες, για μεταφορές και επικοινωνία. Χαρακτηριστικό είναι ότι η έκταση του Πυριτιδοποιείου (100 στρέμματα) δόθηκε σαν δώρο απ’ την τότε ελληνική κυβέρνηση στους ιδιοκτήτες του, για να στηρίξει την προσπάθεια ίδρυσης βαριάς βιομηχανίας στην Ελλάδα. Δεν θα αναφέρω στο άρθρο αυτό τις αλλαγές των τίτλων ιδιοκτησίας που πραγματοποιήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια. Όμως με τα χρόνια το Πυριτιδοποιείο γιγαντώθηκε με αποτέλεσμα να είναι ένα από τα μεγαλύτερα στην Ευρώπη και να μην προμηθεύει μόνο τον ελληνικό στρατό αλλά και να κάνει εξαγωγές σε άλλες χώρες. Βέβαια δεν ήταν χρόνια ειρήνης αλλά χρόνια δύσκολα, χρόνια πολέμου, εποχές που οι ανάγκες για πυρομαχικά ήταν μεγάλες. Λειτούργησε κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων, του Α’ Παγκοσμίου, του Β’ Παγκοσμίου και της Μικρασιατικής καταστροφής. Ακόμα και στην Ισπανία εξήγαγε πολεμικό υλικό κατά τη διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου. Εκτός από παραγωγή πυρίτιδας και δυναμίτιδας, κατασκεύαζαν πολεμικά φυσίγγια περιστρόφου και για τουφέκια, κάλυκες και βολίδες.
Το 1909 φτάνει να παράγει 60.000 φυσίγγια την ημέρα, ενώ αξίζει να σημειώσουμε ότι κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους το 1912-13 το Υπουργείο των Στρατιωτικών παραγγέλνει από το Πυριτιδοποιείο το ποσό ρεκόρ των 60.000.000 (!) φυσιγγίων.

 

Το Πυριτιδοποιείο στα χέρια του Μποδοσάκη
Ο Μποδοσάκης (Πρόδρομος Αθανασιάδης, 1891-1979) καταγόταν από τη Μικρά Ασία από φτωχή οικογένεια. Καταφέρνει να κερδίσει αρκετά χρήματα από επιχειρηματικές δραστηριότητες στην Τουρκία και με τη Μικρασιατική καταστροφή έρχεται στην Ελλάδα και αναζητεί νέες ευκαιρίες. Πραγματικά ένας δαιμόνιος επιχειρηματίας που μέχρι τον θάνατο του τη δεκαετία του ’70 είχε καταφέρει να περνά από τα χέρια του η μισή βιομηχανία της Ελλάδας. Καταφέρνει να πάρει τον έλεγχο του Πυριτιδοποιείου το 1927 και το μετατρέπει σε ένα από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα πολεμικής βιομηχανίας, την πρώτη μεγάλη βιομηχανία στην Ελλάδα την εποχή εκείνη, με κολοσσιαία κέρδη και 12.000 εργάτες, την μετονομάζει σε ΠΥΡΚΑΛ (Πυριτιδοποιείο- Καλυκοποιείο) και καταφέρνει να μείνει στην ηγεσία της μέχρι τον θάνατό του, το 1979. Παρόλο που πέρασε φουρτούνες κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι Ναζί ξήλωσαν τα μηχανήματα του εργοστασίου και τα μετέφεραν στη Γερμανία (όπως εξάλλου έκαναν με όλη τη βαριά βιομηχανία της Ελλάδας), κατάφερε να την αναστήσει ξανά μετά το τέλος του πολέμου.

 

Η Ελλάδα πουλάει…πολεμικό υλικό (!) στην Αγγλία
Αξιοσημείωτο είναι ότι τον Ιανουάριο του 1939 οι Γερμανοί ζητούν να αγοράσουν το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών της εταιρείας. Η απάντηση είναι αρνητική από πλευράς Μποδοσάκη. Ταυτόχρονα κλείνεται συμφωνία με το Υπουργείο Στρατιωτικών της Αγγλίας για την προμήθεια 300.000.000 φυσιγγίων και 200.000 οβίδων. Η επιτυχία της εταιρείας να παράγει πολεμικό υλικό για την υπερδύναμη της εποχής ενοχλεί ιδιαίτερα τον Υπουργό στρατιωτικών της Αγγλίας, ο οποίος δεν μπορεί να δεχτεί ότι μια τόσο φτωχή χώρα σαν την Ελλάδα μπορεί να εφοδιάζει με πολεμικό υλικό μια χώρα που διαθέτει πολεμική βιομηχανία, από τις καλύτερες της Ευρώπης. Όμως η ποιοτική υπεροχή της ελληνικής εταιρείας δεν του αφήνει περιθώρια επιλογής.
Στα «πόδια» της ΠΥΡΚΑΛ πέφτουν πολλά κράτη του κόσμου, με την Κίνα να κάνει μεγάλες παραγγελίες, μιας και βρισκόταν σε εμπόλεμη κατάσταση με την Ιαπωνία, ενώ ακόμα και η γειτονική Τουρκία αγοράζει 100.000.000 φυσίγγια από την ΠΥΡΚΑΛ!

 

Το κλείσιμο της εταιρείας
Στην πορεία επέρχεται ειρήνη και σιγά σιγά η ΠΥΡΚΑΛ αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα, οι διεθνείς εξελίξεις δεν την ευνοούν αλλά και ο ρόλος της Ελλάδας ως μικρής χώρας είναι περιορισμένος. Εν τω μεταξύ ο οικισμός γύρω από το εργοστάσιο αναπτύσσεται ραγδαία. Από 147 κατοίκους που είχε το 1920, φτάνει τους 17.686 κατοίκους το 1940. Όπως αντιλαμβανόμαστε, το Αιγάλεω δεν είναι πλέον η έρημη περιοχή με λίγους κατοίκους, αλλά μια πυκνοκατοικημένη πόλη, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να κινητοποιούνται, ζητώντας την απομάκρυνση του Πυριτιδοποιείου λόγω των σοβαρών κινδύνων που εγκυμονούσε.
Και δεν είχαν άδικο, μιας και κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του εργοστασίου δεκάδες ήταν τα θύματα από τις τακτικές εκρήξεις που γίνονταν εντός του. Έγιναν πολλές κινητοποιήσεις και από τους δήμους της περιοχής και από διάφορους συλλόγους. Χαρακτηριστική είναι η δημοσίευση της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ: «Εις περίπτωσιν αναλόγου εκρήξεως (κάνει παραλληλισμό με κάποια έκρηξη ενός οπλοπωλείου στις Σέρρες) όχι μόνο το Αιγάλεω και οι πέριξ συνοικισμοί, αλλά, ολόκληρες οι πόλεις των Αθηνών και του Πειραιώς, τουλάχιστον το δυτικόν μέρος τους θα τιναχθεί στον αέρα.»
Μέσα σε αυτό το κλίμα το εργοστάσιο κλείνει το 1969. Εξάλλου είχε ξεπέσει με συσσωρευμένες οικονομικές ζημιές και απασχολούσε μικρό αριθμό προσωπικού.
Για όσους αναρωτηθούν το απέγινε η εταιρεία ΠΥΡΚΑΛ, το κράτος την κρατικοποίησε το 1982, ενώ το 2004 την συγχώνευσε με την Ελληνική Βιομηχανία Όπλων (ΕΒΟ), δημιουργώντας την ΕΑΣ (Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα).

 

Ένα πάρκο γεννιέται
Όταν εγκαταλείφθηκε το εργοστάσιο, ακολούθησε πλιάτσικο. Έτσι παρέμειναν τα τσιμεντένια κτίρια γυμνά. Το 1971 τα κτίρια γκρεμίζονται, ενώ ο χώρος αποφασίζεται να γίνει άλσος και παραχωρείται στον δήμο Αιγάλεω. Όμως για αρκετά χρόνια ο χώρος παραμένει ερειπωμένο τοπίο. Μια τεράστια έκταση στην καρδιά της πόλης, αναξιοποίητο απομεινάρι μιας άλλης χρήσης και μιας άλλης εποχής, γεμάτο μπάζα, μισογκρεμισμένα κτίρια και σκουπίδια. Οι κάτοικοι συνεχώς διαμαρτύρονται και κινητοποιούνται. Το όραμά τους είναι το Μπαρουτάδικο να γίνει ο πνεύμονας πρασίνου της πόλης του Αιγάλεω. Τέλη του 1976 ο τότε πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής εξήγγειλε ένα πρόγραμμα αναδάσωσης – εξυγίανσης και εξωραϊσμού της μείζονος περιοχής της πρωτεύουσας κι έτσι το άλσος Αιγάλεω αλλάζει μορφή. Κατεδαφίστηκαν 70 κτίρια, χαράχτηκαν δρόμοι μέσα στο άλσος μήκους 4.800 μέτρων, φυτεύτηκαν 41.000 δέντρα και θάμνοι και γκαζόν σε 14 στρέμματα. Έτσι η εταιρεία «Ελληνικό πυριτιδοποιείο και καλυκοποιείο» που σημάδεψε την ιστορία της πόλης του Αιγάλεω αλλά και σημαντικές σελίδες της βιομηχανικής ιστορίας της χώρας έριξε αυλαία.

 

Αναμνήσεις από το Μπαρουτάδικο
Ο Γιώργος Αθανασόπουλος ήταν ένας από τους τελευταίους εργαζόμενους στο πυριτιδοποιείο. Χαρακτηριστικές είναι ορισμένες αναμνήσεις του: «Ήρθα στο Αιγάλεω το 1927-28, 6 χρονών. Φτιάξαμε σπίτι με πλίνθους κοντά στο Μπαρουτάδικο- απαγορεύονταν κτίσματα σε απόσταση 100 μέτρων. Γύρω γύρω χωράφια. Εκείνα τα χρόνια ελάχιστα ήταν τα σπίτια. Δεν υπήρχαν δρόμοι, μόνο χωματόδρομοι, δεν υπήρχαν λεωφορεία. Γάλα αγοράζαμε από τον Καραγιάννη τον γαλατά, εκείνο το μπουκάλι με την μπλε κορώνα. Απέναντι από το Μπαρουτάδικο ο Μποδοσάκης έφτιαξε κτίσματα για τους εργαζόμενους. Τα τοιχώματα των σπιτιών ήταν κατασκευασμένα από πέτρα. Είχαν πάχος 70 πόντων και τα πατώματα ήταν ξύλινα. Τα σπίτια είχαν μαγειρειό και το φαγητό γινόταν με κάρβουνο. Η στάχτη που έπεφτε κάτω από τη σχάρα, χρησιμοποιούνταν στη μπουγάδα, γινόταν αλισίβα. Οι περισσότεροι που δούλευαν στο εργοστάσιο ήταν Πελοποννήσιοι, πολλοί ήταν Μανιάτες. Το ’22-’23 ήρθαν και Μικρασιάτες. Στην αρχή έγινε συνοικισμός για αυτούς. Τετράγωνα σπίτια 20 επί 20, χωρισμένα στα 2, έμεναν 2 οικογένειες. Υπήρχε έντονη μυρωδιά από οξέα. Οι εκρήξεις ήταν συχνές. Στα σπίτια γινόντουσαν ζημιές, έσπαγαν τζάμια κλπ.»

 

Σ.Σ: Το άρθρο αυτό στηρίχθηκε στο βιβλίο της Ευαγγελίας Β. Αγαπητού, Φιλολόγου Εκπαιδευτικού και της Φωτεινής Κ. Καράμπελα, Καθηγήτρια Αγγλικής Φιλολογίας (που δυστυχώς έφυγε νωρίς)- Εκδόσεις Γόρδιος. Συναντήθηκα στο Άλσος με την Ευαγγελία Αγαπητού, όπου με ενημέρωσε λεπτομερώς για το Μπαρουτάδικο. Δυστυχώς λόγω περιορισμένου χώρου της εφημερίδας δεν μπορέσαμε να δημοσιεύσουμε περισσότερα. Επιφυλασσόμαστε να επανέλθουμε σε επόμενα φύλλα. Ένα πολύ ενδιαφέρον κομμάτι της συνέντευξης κατέγραψα σε  βίντεο οπου μπορείτε να δείτε στο site της εφημερίδας. Την ευχαριστώ θερμά.